Θεσσαλονίκη στην Δεκαετία του 80’ (μέσα από τα δικά μου μάτια)

2017-10-31

Στα πολύ μικράτα μου, μέχρι τα 6 περίπου, λίγο πριν πάμε στην Χαλκίδα, ζούσαμε στην Θεσσαλονίκη. Μέναμε κάπου κοντά στην Στρατού, σε ένα τεράστιο σπίτι (αεροδρόμιο συνήθιζε να το λέει η μαμά μου) όπου έχω τις περισσότερες παιδικές μου αναμνήσεις όσο κι αν φαίνεται περίεργο, γιατί ήμουν μωρό.

Θυμάμαι την κουκλάρα μαμά μου να περιφέρεται με σιγουριά και αυτοπεποίθηση με τα μακριά κατάμαυρα μαλλιά της, πιστεύοντας ότι ο κόσμος είναι ένα ψαράκι στα χέρια της και ότι μπορεί να τον κάνει ότι θέλει. Η συνήθης σιγουριά που έχουμε όλοι εκεί γύρω στα 30. Θυμάμαι τον μπαμπά μου παληκάρι να την κοιτάει με δέος και καψούρα κι εκείνη να το ευχαριστιέται αναλόγως.

Τότε ο μπαμπάς μου (μεταξύ μας και τώρα) ήταν ο ήρωας μου. Ο πρώτος μου έρωτας και παντοτινός. Φάνταζε στα μάτια μου ως ο εγγύς γίγαντας, που ότι και να συμβεί θα με πάρει στα χέρια του και θα λυθούν όλα τα προβλήματα, ως δια μαγείας. Αυτό πολύ μου έχει λείψει.

Τους θυμάμαι να βγαίνουν, να γελάνε, να αγαπιούνται, να προσπαθούν για το καλύτερο. Λάθος που φύγαμε από την Θεσσαλονίκη τεσπα.

Θυμάμαι την δεκαετία του 80' στην Θεσσαλονίκη. Την αγαπημένη μου δεκαετία του 80' με όλη την αθωότητα και την απλότητα εκείνης της εποχής, που φυσικά αντικαταστάθηκε με την μιζέρια της τεχνολογίας και της τεχνογνωσίας.

Μεγάλες πληγές και τα δύο. Στα 6 του ο γιος μου, μου είπε πώς ξέρει τι είναι σεξ. Εγώ στα 6 μου δεν ήξερα καν την λέξη. Μια φορά, κατά τα 12, είχα "πιάσει στα πράσα" τους γονείς μου, η μαμά μου, μου είπε ότι τον έτριβε και το εχαψα. Πόσο τυχερή αισθάνομαι, που άργησα να μπω στο τριπάκι της πονηριάς, σε αντίθεση με το παιδί μου.

Θυμάμαι το πρώτο μου ατάρι. Μου το έφερε ο μπαμπάς με τόση χαρά, σαν να τον βλέπω... Μην φανταστείτε, λίγο έπαιξα. Ξεκίνησα ένα παιχνίδι σε περιβάλλον DOS. Νομίζω ήταν ένα ανθρωπάκι που πηδούσε πάνω σε κάτι τσιμεντόλιθους.


Αυτό που απολάμβανα πολύ ήταν οι βόλτες με την μη εργαζόμενη μαμά μου. Ήταν ακόμη η εποχή που, σε κάθε σπίτι, δούλευε μόνο ο μπαμπάς και η μαμά φρόντιζε για όλα τα υπόλοιπα. Τι έλεγα? Α ναι, οι βόλτες. Οι βόλτες γινόντουσαν με το αστικό, που ακόμα ήταν ο εισπράκτορας μέσα.

Μπαίναμε, αγοράζαμε το χάρτινο, μαλακό εισητηριάκι μας και καθόμασταν στα ξύλινα καθίσματα, που τότε δεν έτριζαν και δεν ήταν ετοιμόρροπα. Τώρα είναι. Α, δεν σας το είπα; Εκείνα τα αστικά από την παιδική μου ηλικία, δηλαδή περίπου 30 χρόνια πριν, υπάρχουν ακόμα. Βέβαια, για να πω την αλήθεια, με πιάνει μια νοσταλγία όταν τα βλέπω, αλλά όταν κάθομαι με πιάνει τρόμος για το μέλλον του πωπού μου και της σπονδυλικής μου στήλης, έτσι και καταρρεύσει. 

Η καλύτερη βόλτα όμως, ήταν στο πεδίον του Άρεως. Το πάρκο απέναντι από την ΕΡΤ3, γιατί τότε υπήρχε η ΕΡΤ3. Με πήγαινε η μαμά με τα πόδια για να δω τα παπάκια. Στο πηγεμό (ήταν στον δρόμο μας) περνούσαμε και από τον μπαμπά, για λεφτά, για να κοιταχτούν με έρωτα και για να κωλοκάτσει και να με περιμένει να χωθώ στην αγκαλιά του. Γελούσε με το μουστάκι που είχε τότε και μας κοίταζε σαν να ήμασταν θησαυρός.

Θυμάμαι το τεράστιο παπούτσι στου καρύδα, να γυρνάει με έπαρση και θράσος στολίζοντας την πόλη και εντυπωσιάζοντας τον οποιοδήποτε περαστικό. Έστω κι αν το έβλεπες κάθε μέρα δεν χόρταινες να το κοιτάς ξανά και ξανά.

Θυμάμαι στην είσοδο της πόλης, όπως έμπαινες από το λιμάνι για να πιάσει λεωφόρο Νίκης, την τεράστια, ζωγραφιστή γυναίκα με την γούνα, πάνω σε μια πολυκατοικία, την οποία παρομοίαζα με την μαμά μου. Της έμοιαζε όντως, μόνο που η μαμά μου ήταν πιο όμορφη.

Δεν θα ξεχάσω φυσικά το Λούνα Παρκ. Το απόλυτο λούνα Παρκ στην Σαλαμίνα, εκεί που είναι τώρα το μέγαρο. Ξυπνούσα μέσα στην νύχτα και έκλαιγα να με πάνε. Κι εκείνοι με πηγαίνανε για να μου αποδείξουν ότι είναι κλειστό. Για αυτό έγινα γαϊδούρι. Το πρώτο τους για. Δεν ξέρανε να μου χώσουν μια μπούφλα και ένα μπουκάλι γάλα στο στόμα για να ξανακοιμηθώ. Τεσπα. Θυμάμαι έντονα το τρενάκι του τρόμου, που αν και με φόβιζε, ήθελα να μπαίνω ξανά και ξανά. Θυμάμαι να φοβάμαι κάθε φορά το ίδιο. Μια φορά αφού περάσανε τα χρόνια και μπήκα χωρίς να φοβηθώ, δεν μου άρεσε καθόλου. Προσποιήθηκα ότι φοβόμουν αλλά δεν ήταν έτσι. Δεν ξαναμπήκα ποτέ. Τι χάλια να μεγαλώνεις!

Τι να πω για την BiBiBo? Τι να πω για τον John John? Που τους έβαζα να κοιμούνται, να τρώνε μαζί να κάθονται και όλα τα αθώα συναφή. Είχα αρκετές BiBiBo και τους αντίστοιχους John John φυσικά. Πόσο μου λείπει η εποχή που το πρόβλημά μου ήταν ότι δεν είχα την BiBiBo νύφη?

Θυμάμαι τις βόλτες από τον Λευκό τον Πύργο και δώθε (όπου δώθε βλέπε λιμάνι, η νέα παραλία δεν υπήρχε τότε). Σουλατσάριζα με το άσπρο φουστανάκι μου και ήμουν τρισευτυχισμένη που έτρωγα το παγωτό μου. Που να ξέρα ότι δεν ήταν παγωτό αλλά μαρέγκα γιατί είχα ευαίσθητο λαιμό. Μια φορά έκανε το λάθος η μαμά μου, να μου δώσει να δοκιμάσω από το δικό της και ο κύβος ερρίφθη. Το παγωτό έγινε πάθος. Και τι δεν θα έδινα για μια βόλτα με την μαμά και τον μπαμπά, να με κρατούν από το χέρι, απαλλαγμένη από όλες τις έννοιες και τα προβλήματα.... κι ας έτρωγα μαρέγκα.

Έστω για μια νύχτα. Να μην ξέρω, να μην φοβάμαι, να μην ανησυχώ!!! Είναι χάλια να μεγαλώνεις.....