Αγάπησα τη Θεσσαλονίκη ένα πρωινό του Οκτώβρη. Την είδα από ένα μικρό παράθυρο σε κάποιο παρακμιακό διαμέρισμα του Βαρδάρη, απέναντι από τη Χρυσή Πύλη. Νυσταγμένη το χάραμα, αντίκρισα τον πρωινό ήλιο, να πέφτει πάνω στα χαλάσματα και να τα χαϊδεύει σχεδόν ερωτικά.

Μήπως και ήξερες?? Ότι ήξερες έκανες. Όπως όλοι οι γονείς. Είχες μάθει να επικοινωνείς με τη βία. Γιατί έτσι ήξερες. Ήταν ο τρόπος σου να επιβιώνεις. Χωρίς μάνα χωρίς πατέρα να σου δείξει το σωστό. Μήπως και προσπάθησα ποτέ να σε καταλάβω? Σε έκρινα σκληρά γιατί αυτή είμαι.

Όχι, όχι μην ανησυχείτε. Δεν γράφω για θάνατο. Γράφω για ερωτική απώλεια. Όμως, ένας μικρός θάνατος δεν είναι κι αυτή? Ίσως χειρότερος, ίσως καλύτερος. Δεν το ξέρουμε και δεν θα το μάθουμε ποτέ, γι αυτό μην βιαστείτε να με λιθοβολήσετε που τα συγκρίνω. Και εν πάσει περιπτώσει θα τα συγκρίνω όσο θέλω...

Παλιά τα σπίτια στη Θεσσαλονίκη. Παλιοί και οι άνθρωποι. Λεπτοί οι τοίχοι, ακούς τα πάντα. Ο καθένας κουβαλάει την ιστορία του. Και ο άνθρωπος και ο τοίχος. Όταν είσαι ο γείτονας και ειδικά ο από κάτω, ακούς θες δεν θες. Μερικές φορές θες, γιατί το κουτσομπολιό είναι στο αίμα μας και άλλες πάλι όχι, γιατί απλά κουράστηκες να ακούς κάποιον...

Μπροστά στον φασισμό και στους αντιπροσώπους του κολλάω, παγώνει το μυαλό μου και ο θυμός μου είναι κάτι που ξεκινά να με ελέγχει. Θα προσπαθήσω, όμως, να το αντιμετωπίσω με χιούμορ για ακόμη μια φορά, διότι αν χάσω και το χιούμορ μου, είμαι να κινάω για τον Θερμαϊκό και χορεύοντας (όχι τον χορό του Ζαλόγκου, εμένα μου αρέσει το...

Καλοκαίρι του '19. Ένα Καλοκαίρι που δεν αναθεμάτισα την ώρα και τη στιγμή της ζέστης, του ιδρώτα και όλων εκείνων που συνοδεύουν αυτή, την κατά τα άλλα, όμορφή εποχή. Το χάρηκα αυτό το Καλοκαίρι. Μετά από πολύ καιρό.

Με στοιχειώνει ένα λάθος. Ένα λάθος που κάνω ξανά και ξανά. Κι όμως όταν το κάνω φαίνεται τόσο σωστό. Και μετά ξεφτίζει πάλι. Όπως όλα τα φτηνά αρώματα. Αυτό το πήγαινέλα με ταλαιπωρεί εδώ και χρόνια.